Αλκίνοος Ιωαννίδης | Σκοτάδι του έρωτα σημάδι

Αλκίνοος Ιωαννίδης | Σκοτάδι του έρωτα σημάδι

Αλκίνοος Ιωαννίδης | Σκοτάδι του έρωτα σημάδι

´Έχω ένα κόμπο στο λαιμό και μια θηλιά που όλο στενεύει.

Έλα και κάνε μουσική την τρέλα που με διαφεντεύει…

Κι αν είναι οι νότες και οι λέξεις αφελείς, τραγούδησέ τες να χαρείς…

Μ’ ένα τραγούδι να κάνουμε δική μας τη μικρή ζωή μας…”

Μου ήταν αδύνατο να μην ξεκινήσω με στίχο του. Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Αλκίνοος όλων μας… Τραγουδοποιός απ’ τους λίγους. Αισθαντικός, με φωνή που σου γαληνεύει καθετί ανήμερο, καθετί θυμωμένο. Η φωνή του θαρρώ πως τρέχει καθάρια, όπως το γάργαρο νερό στα ποτάμια. Ποιός άραγε δεν έχει κλάψει, δεν έχει ερωτευτεί και δεν έχει ονειρευτεί ακούγοντάς τον; Οι στίχοι του και η μουσική του σήμα κατατεθέν. Φέρουν τη δική του σφαγίδα, φέρουν το δικό του «άρωμα» ψυχής, φέρουν τη δική του τόσο διαφορετική ευαισθησία.

Ο αγαπημένος μας κύπριος τραγουδοποιός, έχει γράψει μερικά από τα ομορφότερα κομμάτια που θα μείνουν αέναα στη μουσική ιστορία του τόπου μας.

Πότε μόνο με τη φωνή του και πότε αντάμα με την Ελευθερία Αρβανιτάκη ή την Χαρούλα Αλεξίου ακούμε για «όσα η αγάπη ονειρεύεται»( 1997). Στίχος δυνατός και ένα τραγούδι πολυτραγουδισμένο. Η κάθε του λέξη φανερώνει μια ευαισθησία και παράλληλα μια δυναμική. Τραγούδι που σε κάνει να ονειρεύεσαι, να δακρύζεις… να νιώθεις τελικά.

Παίρνω απόσταση απ’ το χθες

να `ρθούνε κι άλλες εποχές.

Να `ρθουνε λύπες και χαρές

καινούριες να σου τις χαρίσω.

Παίρνω απόσταση απ’ το χθες

για να μπορέσω να με θες

να βρω τραγούδια, μουσικές

καινούριες να σου τραγουδήσω.

Έλα μη μου καίγεσαι,

θα σου χαρίσω ό,τι θες

έλα μη μου καίγεσαι,

όλα μου τ’ αύριο και τα χθες

στο τώρα θα τα κλείσω.

Όσα η αγάπη ονειρεύεται,

τα αφήνει όνειρα η ζωή.

Μα όποιος στ’ αλήθεια ερωτεύεται,

κάνει τον πόνο προσευχή,

βαρκούλα κάνει το φιλί

και ξενιτεύεται.

Παίρνω απόσταση άμα θες

κι από τις πρώτες μας ματιές,

για να μπορέσω με γητειές

καινούριες να στις ξαναδώσω.

Βρίσκω στον έρωτα γιατρειές

να τον γιατρέψω απ’ τις πληγές

και στολισμένο χαρακιές

καινούριες να τον ξανανιώσω.

Και με τα τραγούδια του πλάθεις ιστορίες, ερωτεύεσαι τον άνθρωπο απέναντί σου ξανά και ξανά. Μαγεύεσαι στο άκουσμα της φωνής του, στο ταξίδι που σε παρασέρνει η ιστορία του. Μπλέκονται τα αισθήματα, τα αγγίγματα, τα λόγια, τα κύματα… «οι σταγόνες στο γιαλό» (1997).

Κάποτε θα γνωριστούμε

τυχαία σε κάποιο σπίτι φιλικό.

Θα συστηθούμε

βαθιά θα κοιταχτούμε

και θα `μαστε κι οι δυο

σταγόνες στο γιαλό.

Κάποτε θα `ρθουν καλοκαίρια

κι ύστερα το φθινόπωρο.

Θ’ αγαπηθούμε με τις καρδιές στα χέρια

και θα `μαστε κι οι δυο

σταγόνες στο γιαλό.

Κάποτε θα μου δίνεις ένα βλέμμα

κάποτε θα σου τραγουδώ.

Θα `σαι το σώμα, το αίμα θα `μαι εγώ

και θα `μαστε κι οι δυο

σταγόνες στο γιαλό.

Κι ύστερα τα χρόνια θα γεράσουν

κι ύστερα θα φύγουμε κι οι δυο.

Θα ξεχαστούμε, αιώνες θα περάσουν

και θα `μαστε κι οι δυο

σταγόνες στο γιαλό.

Αλκίνοος Ιωαννίδης | Σκοτάδι του έρωτα σημάδι

Αλκίνοος Ιωαννίδης | Σκοτάδι του έρωτα σημάδι

Αλκίνοος Ιωαννίδης | Σκοτάδι του έρωτα σημάδι

Κάπου εκεί η μελωδία, τα λόγια, οι ψίθυροι, οι ευχές, οι προσευχές μέσα σε δρόμους, σε βουνά, στον κόσμο. Η ύπαρξή μας ένας απλός «Προσκυνητής» (2003) που κάποιον αγαπάει.

Τα βουνά περνάω

και τις θάλασσες περνώ.

Κάποιον αγαπάω.

Δυο ευχές κρατάω

και δυο τάματα κρατώ.

Περπατώ και πάω.

Κάποιος είπε πως η αγάπη

σ’ ένα αστέρι κατοικεί,

αύριο βράδυ θα `μαι εκεί.

Κάποιος είπε πως ο έρωτας

για μια στιγμή κρατά,

αύριο βράδυ θα `ναι αργά.

Στα πουλιά μιλάω

και στα δέντρα τραγουδώ.

Κάποιον αγαπάω.

Κι όταν τραγουδάω,

προσευχές παραμιλώ.

Περπατώ και πάω

Κάποιος είπε πως ο δρόμος

είναι η φλέβα της φωτιάς,

ψυχή μου πάντα να κυλάς.

Κάποιος είπε πως ταξίδι

είναι μόνο η προσευχή,

καρδιά μου να `σαι ζωντανή.

Τότε οι στίχοι του ανταμώνουν με την «Αρετούσα» (1998). Σε ένα όνειρο, μια βραδιά, να ζητά ένα φιλί. Ν’ αποζητά την αγάπη, την βαθιά υπερβατική αγάπη. Σε μια ζωή πεζή, που όταν ερωτεύεσαι βγάζεις φτερά και πετάς ψηλά.

Σ’ έχω ψάξει στη γη των αγγέλων,

εκεί που τ’ όνειρο ζει.

Απ’ το ποτέ ως το μέλλον,

στην αιώνια στιγμή.

Στο κρυφό σταυροδρόμι του κόσμου,

εκεί που τ’ όνειρο ζει.

Ένα φιλί έλα δώσ’ μου,

ένα μόνο φιλί.

Αχ ζούμε οι άνθρωποι μες στο πουθενά,

μα όταν χανόμαστε βγάζουμε φτερά

και γεννιόμαστε ξανά.

Αχ μέσα στ’ όνειρο σ’ είδα μια φορά,

Αρετούσα με τα κόκκινα μαλλιά,

στο μπαλκόνι σου θ’ ανέβω κρυφά.

Στης σελήνης το αρχαίο πηγάδι,

εκεί που τ’ όνειρο ζει,

μου `χες χαρίσει ένα χάδι,

μου `χες δώσει μια ευχή.

Θα σε ψάχνω στο τέλος του χρόνου

και στην αρχή τ’ ουρανού,

μ’ ένα τραγούδι του δρόμου,

θα σε ψάχνω παντού.

Ο πόνος; Η απογοήτευση του ανέφικτου έρωτα στους στίχους του. Ένα αγκαθάκι στις καρδιές που με τη μελωδία και τα λόγια γρατζουνάει τις ευαίσθητες χορδές. Στίχος πλημμυρισμένος από έντονο συναίσθημα. Δε συμβιβάζεται με το χλιαρό, το περίπου, το έτσι κι έτσι. Όχι… για εκείνον είναι το απόλυτο, το τόσο έντονο που ή σε εξουσιάζει ή σε καταρρακώνει ή σε ελευθερώνει. Ο «βυθός» είναι ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα νομίζω.

Πέρασαν μέρες χωρίς να στο πω

«Το σ’ αγαπώ δυο μόνο λέξεις…»

αγάπη μου, πως θα μ’ αντέξεις,

που `μαι παράξενο παιδί σκοτεινό.

Πέρασαν μέρες χωρίς να σε δώ,

κι αν σε πεθύμησα δεν ξέρεις.

«Κοντά μου πάντα θα υποφέρεις..»,

σου το `χα πει ένα πρωί βροχερό.

Θα σβήσω το φως κι όσα δε σου χω χαρίσει

σε ένα χάδι θα σου τα δώσω.

κι ύστερα πάλι θα σε προδώσω,

μες στου μυαλού μου το μαύρο βυθό.

Θα κλάψεις ξανά που μόνη θα μείνεις

κι εγώ πιο μόνος κι από μένα,

μες σε δωμάτια κλεισμένα,

το πρόσωπό σου θα ονειρευτώ,

γιατί μες στο όνειρο μόνο ζω.

Στα σοβαρά μη με παίρνεις ειν’ το μυαλό μου θολό

είναι και ο κόσμος μου αστείος.

Κι όταν με βαρεθείς τελείως

ψάξε αλλού να με βρεις όπως με θες.

Και εγώ που αγάπησα πάλι την ιδέα σου μόνο

και κάποιο στίχο που σου μοιάζει,

κοιτάζω έξω και χαράζει…

έγινε το αύριο πάλι χθες.

Θα σβήσω …..

Αλκίνοος Ιωαννίδης | Σκοτάδι του έρωτα σημάδι

Αλκίνοος Ιωαννίδης | Σκοτάδι του έρωτα σημάδι

Αλκίνοος Ιωαννίδης | Σκοτάδι του έρωτα σημάδι

Έπειτα γοητεύεται από τον σκοτεινό ποιητή Edgar Allan Poe (1997) και γράφει κατά τη γνώμη μου έναν στίχο διαμάντι.

Φωτογραφία στον τοίχο,

κραυγή με δίχως ήχο.

Κοράκι πεθαμένο,

σοκάκι στοιχειωμένο.

Τα μάτια του δυο δρόμοι

κι όσο κοιτάει νυχτώνει.

Κατάμαυρη θητεία,

κλεμμένη αμαρτία.

Φωνή και δυναμώνει,

ο χρόνος που τελειώνει.

Γιορτή που αγριεύει.

Δωμάτιο που στενεύει.

Τη σκοτεινή τη μαύρη μου

την όψη χάρισε μου

κι αν δεν την αγαπήσω

πώς θες να τη νικήσω;

Με τις φωνές που άκουγες

στον ύπνο μίλησέ μου

Καταραμένε φίλε μου

κι άγιε αδελφέ μου.

Σ’ ένα σκυλί πνιγμένο

το μυστικό κρυμμένο.

Δυο λίρες η αλήθεια

και τρεις τα παραμύθια.

Εφιάλτες τα όνειρά του

μηνύματα θανάτου.

Δυο μαύρα περιστέρια

του μάτωσαν τα χέρια.

Αίμα και τα γραφτά του

μα πότισαν κρυφά του

της ομορφιάς τη γλάστρα

για να φυτρώσουν τ’ άστρα.

Τη σκοτεινή τη μαύρη μου

την όψη χάρισέ μου

κι αν δεν την αγαπήσω

πώς θες να τη νικήσω;

Δεν παύουμε να αναρωτιόμαστε μαζί του και να τραγουδάμε δυνατά τους στίχους του «Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ» όταν σε θέλω (2003) και μετά να ακροβατούμε μεταξύ φωτός και σκοταδιού. Ισορροπία δύσκολη, που χρειάζεται αποθέματα ψυχής. Γιατί το σκοτάδι όλα τα μεγενθύνει κι όλα τα αλλάζει. Και η έλλειψη το βράδυ είναι μεγαλύτερη. Δίχως χάδι, δίχως τον έρωτα συντροφιά, όλα λάθος καμωμένα φαντάζουν, όλα δίχως ουσία. «Δεν ειναι φως» (2003) μας λέει…

Ήρθες μια νύχτα να πεις

πως θα φύγεις,

μα χρόνια είχες φύγει

χωρίς να το λες.

Οι νύχτες χλωμές,

ξεθωριάζουν στον ήλιο

και δεν ξημερώνει ποτέ.

Ήρθες μια νύχτα να πεις

πως θα φύγεις

και μ’ είχες ξεχάσει

απ’ την πόρτα πριν βγεις.

Πώς γέρνει σαν ήλιος

και πώς μας αφήνει

πώς σβήνει η αγάπη νωρίς.

Δεν είναι φως,

δεν είναι φως της μέρας

ο έρωτάς σου,

είναι λουλούδι

που τη νύχτα με ξυπνά.

Είναι τραγούδι,

που τη νύχτα φτερουγίζει

κι όλο γυρίζει

και για σένα μου μιλά.

Άλλη μια νύχτα χωρίς τ’ όνομά σου,

χωρίς τ’ αγγιγμά σου

κι ο κόσμος μισός.

Θυμάμαι ένα φως

που ερχόταν μαζί σου

κι η μέρα ξημέρωνε αλλιώς.

Τα τραγούδια του Αλκίνοου που μου αρέσουν είναι τόσα πολλά, που προπαθώντας να τα αριθμήσω χάνω το μέτρημα, γιατί ακόμα ένα ξεπετάγεται από τις στοές του μυαλού μου. Εκεί που κρατώ τα πολύτιμα ακούσματά μου. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάποιο, αυτό θα ήταν το κομμάτι « Ό,τι δεν είναι πια εδώ» (2003). Στίχος και μουσική εξίσου υπέροχα, αφήνοντάς σου στο τέλος μια νοσταλγία.

Όλα είν’ εδώ κι όλα περνάνε

σαν το νερό στα χέρια ενός παιδιού.

Μέσα βαθιά στα δάχτυλα γερνάνε μικρές

σταγόνες φως του πρώτου ουρανού.

Κάπου εδώ θα συνηθίσω

να `χω το χρόνο κλειδωμένο στο κορμί.

Σαν πυρετό θα τον κρατήσω σφιχτά

στο μέτωπο, στα μάτια, στη φωνή.

Και κάθε βράδυ θα κοιτώ ξανά

πίσω απ’ τις γρίλιες των ματιών σου τη φωτιά.

Θα περιμένω λίγο φως ξανά,

ξανά να ζήσει πάλι ό,τι δεν είναι πια εδώ…

Κάπου αλλού, κάπου εδώ γύρω

όλα συμβαίνουν κι όλα γίνονται ζωή.

Στου ποταμού το γύρισμα θα γείρω αργά

σαν άνοιξη που άργησε να `ρθει.

Αλκίνοος Ιωαννίδης | Σκοτάδι του έρωτα σημάδι

Αλκίνοος Ιωαννίδης | Σκοτάδι του έρωτα σημάδι

Αλκίνοος Ιωαννίδης | Σκοτάδι του έρωτα σημάδι

Εγώ θα συνεχίζω να νανουρίζω τις νύχτες μου με το «όνειρο ήτανε» (1999) και θα αποσκοπώ να ακούσω ένα «θα ‘μαι κοντά σου» όταν με θες (1999). «Με τόσα ψέματα» που ντύθηκαν οι λέξεις, πως να σου πω το σ’ αγαπώ, να το πιστέψεις…! (1999)

Υ.Γ : Περπάτησα πάρα πολύ και τα φτερά μου τα `χω χάσει.

Μα εσύ που δεν πατάς στη γη καν’ την ψυχή μου να πετάξει… Αλλάζει κάθε που βραδιάζει τ’ όνειρο μου μοιάζει να `ναι ποταμός.Σκοτάδι του έρωτα σημάδι, τ’ όνειρο του Άδη είν’ ο ουρανός. «Παράκληση» (1999), «Του έρωτα σημάδι» (1999).

Βάγια Μπαλή

Επιμέλεια : Δημήτρης Μίχας

Γιατί να γίνεις Μέλος | Why become our member | Join our Team

Social Media Marketing | Arts-Packages | Poets Radio

ΒΡΕ ΜΠΑΓΑΣΑ ΠΕΡΝΑΣ ΚΑΛΑ ΚΕΙ ΠΑΝΩ

ΒΡΕ ΜΠΑΓΑΣΑ ΠΕΡΝΑΣ ΚΑΛΑ ΚΕΙ ΠΑΝΩ

Ασιμος | venceremos | ασυμβίβαστος | στίχοι

Αντισυμβατικός, παρεξηγημένος, ροκ με όλη τη σημασία της λέξεως, με εκρήξεις έντονης ευαισθησίας και παρόρμησης. Άνθρωπος που απεχθανόταν τις ταμπέλες κι έψαχνε διεξόδους για να φτιάχνει δικό του κόσμο. Εκείνος μόνος του, απέναντι σε μία κοινωνία που «δεν του έκανε», που τον πρόδιδε και που του χαλούσε την αισθητική του. Με αυτά και με άλλα τόσα θα μπορούσα να περιγράψω τον καλλιτέχνη Νικόλαο Ασημόπουλο κατά κόσμο Νικόλα Άσιμο.

Πολλές απόψεις έχουν ακουστεί για εκείνον, απόψεις αντιφατικές μεταξύ τους. Υπάρχουν ακόμα οι ένθερμοι υποστηρικτές, τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, μα κι ένθερμοι πολέμιοί του, μένοντας στα λάθη που ίσως έκανε στη ζωή του, ίσως και όχι. Δε θα σταθώ στη ζωή αυτού του τόσο διαφορετικού ανθρώπου, μα στους στίχους τους μοναδικούς που έγραψε. Στα τραγούδια που έγραφε σε κασέτες, σε παράνομες κασέτες, όπως λέγονταν και τις έδινε κρυφά στο κέντρο της Αθήνας τις δεκαετίες ’70 και ’80.

Λίγο πριν φύγει από τη ζωή έγραψε ίσως ένα από τα καλύτερα του κομμάτια. Με στίχο τρυφερό, γεμάτο από αγάπη, χωρίς όμως να σταματά να βλέπει την «κατάντια» του κόσμου τούτου. «Αγαπάω κι αδιαφορώ» (1988). Στίχος που με συγκινεί βαθιά, λέξεις που τόσα χρόνια κυλούν στο αίμα μου. Θα σταθώ σε ένα μονάχα στίχο του συγκεκριμένου τραγουδιού. «είν’ πανάκριβο στο λέω ν’ αγαπάς»… Δεν είναι άραγε;…

Αγαπάω κι αδιαφορώ

και κρατάω τον κατάλληλο χορό,

το λοιπόν θα αγαπάω και μένα

όπως εσένα.

Μην παρανοείς τα λόγια που `χω πει,

είναι η πιο απλή του κόσμου συνταγή.

Νιώσε με, για να σε νιώσω κι ας πονάς,

είν’ πανάκριβο σ’ το λέω ν’ αγαπάς.

Κοίτα με στα μάτια με υπομονή,

διώξε του άλλου κόσμου την επιρροή.

Νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς,

είν’ πανάκριβο σ’ το λέω ν’ αγαπάς.

Αγαπάω κι αδιαφορώ

και μαζί σου το `χω μάθει και αυτό,

παραδόξως ν’ αγαπάω και μένα,

όπως εσένα.

Την εικόνα αυτού του κόσμου δεν μπορώ,

ούτε μέσα στη σκιά του θα χαθώ,

μάγεψαν και σένανε τα ξωτικά,

κάνεις πάλι κύκλους σ’ άλλη αγκαλιά.

Και μη μας τρομάζουν φως μου οι πληγές,

στις χρυσές στιγμές μας πλάι και αυτές.

Νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς,

είν’ πανάκριβο στο λέω ν’ αγαπάς.

Αγαπάω κι αδιαφορώ

κι έχω φτιάξει έναν καινούργιο εαυτό,

τώρα πια με αγαπάω και μένα

όπως εσένα.

Ασιμος | venceremos | ασυμβίβαστος | στίχοι

Ασιμος | venceremos | ασυμβίβαστος | στίχοι

Ασιμος | venceremos | ασυμβίβαστος | στίχοι

Μέσα από τους στίχους που έγραφε διέκρινες έναν άνθρωπο βαθιά προβληματισμένο. Δεν ήταν λίγες φορές που μέσα από τα τραγούδια του σατύριζε τον κόσμο που είχε την τύχη ή την ατυχία να ζει, όπως επίσης θεωρούνταν τα λόγια του προφητικά για όσα έβλεπε να έρχονται, για το σήμερα που εμείς βιώνουμε με σκυμμένο το κεφάλι, τολμώ να πω με λύπη. Το «με μπαταρία (Πνευμονοκονίαση» (1979) είναι ένα από αυτά τα κομμάτια.

Εκπορνεύεσαι κουρέλι στην μπορντελοκοινωνία,

ξεπουλάς και την ψυχή σου για την υπεραφθονία,

στην καρδιά σου βάλαν φρένα, το μυαλό σου παίρνει βύσμα

για χιλιάδες σαν εσένα θα αρκέσει μια πρίζα.

Κι η πνευμονοκονίαση, κι η πνευμονοκονίαση

κι αυτή θα έχει πάψει

ρομποτανθρωπομήχανση και ξυπνοπνευματύπνωση

και χρυσωμένο χάπι.

Θα είσαι με μπαταρία

να εκτελείς εργασία

με σούπερ ενημέρωση, τροφή και διασκέδαση

θα πλέεις σ’ ευφορία.

Για κοιτάξτε με σακάτη

ένα έχω μόνο μάτι

μου ρουφήξατε το αίμα

μα ανυπόκριτο έχω βλέμμα.

Αποφασισμένος πάντα

στην προσωπικιά μου μπάντα

την ψυχή μου δεν πουλάω

και το δρόμο μου τραβάω.

Την πνευμονοκονίαση, την πνευμονοκονίαση

εγώ τη συζητάω

ρομποτανθρωπομήχανιση και ξυπνοπνευματύπνωση

δεν θέλω να τη φάω.

Ξερνάω τη μπαταρία

δεν εκτελώ εργασία

δεν θέλω ενημέρωση, τροφή και διασκέδαση

γουστάρω ελευθερία.

Αυτό ήταν το πιο βασικό για εκείνον. Να μην πουλήσει την ψυχή του, να μην την προδώσει. Σε κάθε ένα τραγούδι που έγραφε, σχεδόν πάντα υπήρχε αυτή η έννοια. Την ψυχή… την ψυχή να κρατήσει αλώβητη όσο μπορούσε, να μην εμποτιστεί από την ψευτιά της σάπιας κοινωνίας, και τη λαγνεία του υλισμού.

Ασιμος | venceremos | ασυμβίβαστος | στίχοι

Ασιμος | venceremos | ασυμβίβαστος | στίχοι

Ασιμος | venceremos | ασυμβίβαστος | στίχοι

Τραγούδι που επίσης ξεχώρισε και θίγει τα παραπάνω είναι φυσικά το «Γιουσουρούμ» (1987). Κομμάτι που ανάμεσα σε άλλα έχουμε ακούσει εκτός από τη φωνή του Άσιμου, από τη φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου.

Ήταν οι πόρτες μου δίχως μπαχτσέδες

και μεντεσέδες κρατάνε τη γη.

Γίναν οι φτέρνες μου σαν τροχαλίες

και στον κουβά τους αράζεις εσύ.

αλλάζεις συχνά κάθε τόσο στολή

αλλάζεις οσμή, αλλάζεις σασί

και η ελπίδα μας έχει θαφτεί

σαν τον Ντορή μέσ’ στο παχνί.

Πάγωσε η ψείρα μου και παραπαίουσα

μ’ ένα τικ τακ μου ματώνει τ’ αυτιά.

Όλα με πρόγραμμα, όλα με σχέδιο,

πρωτοκολλήσανε τον έρωτα

και θες να πετύχω με μια μπαταριά

χίλια φλουριά, χίλια φλουριά,

για να σου χαρίσω μαντάτα καλά

να `χεις αγάπη μου λεφτά.

Ποντικοφάρμακο για τους μεγάλους

και μουρουνόλαδο για τα παιδιά

κι έπλεξες σώβρακα για τους φαντάρους

και θυσιάστηκες πατριωτικά.

Σου στέλνω μήνυμα μ’ ένα ταμ ταμ

να μαγειρεύεις με βιτάμ

κι ήσουνα γόησα κι έκανες μπαμ

κι εγώ σε ψάχνω στο χαμάμ.

Άδειο το βλέμμα σου, κούφιες οι ώρες μας,

στα ενυδρεία σε χώσαν ζωή.

Συνηθισμένοι ο καθένας στο ρόλο του

κι η φαντασία μας έχει χαθεί.

την ξεπουλήσαμε στο γιουσουρούμ

για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ.

Την ξεπουλήσαμε στο γιουσουρούμ

για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ.

Μία διαδήλωση δέκα μικρόφωνα

και τα μεγάφωνα στη διαπασών

χιλιάδες δίποδα με μαγνητόφωνα

κι έχουν λουστεί με την ίδια λοσιόν.

Ξεπουληθήκαμε στο γιουσουρούμ

για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ.

κι ο εαυτούλης σας πέταξε βζούμ

ταρατατατζούμ, ταρατατατζούμ.

Ω εποχή μού θυμίζεις τον Καίσαρα

κι οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν

κι όσο γερνώ μπουσουλώ με τα τέσσερα

τα τροχοφόρα με προσπερνούν

φεύγω να πάω να βρω στο Μπανκόγκ

τον σύντροφό μου τον Κινκ Κονκ

μές στο μυαλό μου βαράνε τα γκόγκ

μοιάζω με μπάλα του πινκ πογκ.

Μας εκτελούνε με σφαίρες ντούμ ντούμ

σφαίρες ντούμ ντούμ, σφαίρες ντούμ ντούμ

κι εμείς ξεπουλιώμαστε στο γιουσουρούμ

ταρατατατζούμ για ένα κουστούμ.

Ασιμος | venceremos | ασυμβίβαστος | στίχοι

Από τα δικά μου πολύ αγαπημένα κομμάτια του Άσιμου. Κρύβει μέσα στα λόγια του τόσες πικρές αλήθειες. Μιλά για το ξεπούλημά μας. Άραγε δεν το βιώνουμε; Δεν βλέπουμε τη ματαιότητα της «υπέρλαμπρης θέασης», το «αρωματισμένο δηθενισμό» που μας κυκλώνει και μας επιβάλλουν να σκύψουμε να τον προσκυνήσουμε σαν Θεό μας; Κι η ψυχή… η ψυχή μας πάνω απ’ όλα μη χαθεί… η ήδη χαμένη… η ήδη τρικυμιασμένη, που ξεπουλιέται στο γιουσουρούμ.

Και κάπου εκεί «το παπάκι» (1982)… Και κάπου εκεί γαληνεύουν τα αισθήματα. Από τη φωνή της Χαρούλας, με μία μελωδία σχεδόν εξαγνιστική. Και δε μου καίγεται καρφί αν εσύ περνάς και δε μου ξανάμιλας…

Έχω ένα παπάκι να μου κάνει πα

να μου κάνει πα, πα, πα.

Και ένα κουνελάκι, που όλο μου κουνάει

που όλο μου κουνάει τ’ αφτιά.

Και δε μου καίγεται καρφί

αν εσύ περνάς και δε μου ξαναμιλάς.

Ίσως να ξανάρθεις όταν θα έχω πια

όταν, θα έχω πια χαθεί

κι ή θα μ’ έχουν θάψει ή θα έχω μα

ή θα έχω μαραθεί.

Και ας μη σου καίγεται καρφί.

Και ας συνήθισες και ας συνήθισες και εσύ.

Αλλιώτικος… Πολύ διαφορετικός… Σαν εκείνους που δεν εξήγησες ποτέ. Ήρθαν κάναν κρότο σε τούτη τη γη και μετά «εξαϋλώθηκαν». Τα λόγια τους όμως θα μείνουν για πάντα…

Υ.Γ : Βρε μπαγάσα περνάς καλά κει πάνω; Κάνε πάσα καμιά ματιά και χάμω.

Βάγια Μπαλή

Επιμέλεια Δημήτρης Μίχας

Γιατί να γίνεις Μέλος | Why become our member | Join our Team

Social Media Marketing | Arts-Packages | Poets Radio

 

ΦΟΡΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΦΥΛΑΧΤΟ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ

ΦΟΡΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΦΥΛΑΧΤΟ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ

Λευτέρης Παπαδόπουλος | στίχοι

«Άπονη ζωή, μας πέταξες στου δρόμου την άκρη, μας αδίκησες

ούτε μια στιγμή, δεν ήρθες να μας διώξεις το δάκρυ, μας κυνήγησες…», έγραφε το 1963 ο Λευτέρης Παπαδόπουλος για την φτώχια και την ανέχεια. Βιωματικός στίχος, έντονος. Πόσο άραγε θα ταίριαζε και στο σήμερα, έπειτα από πενήντα πέντε χρόνια;

Ξεκινώντας να διαβάζω στίχους του, αφέθηκα στο ταξίδι των σκέψεων και των αισθημάτων, ξεχνώντας σε πολλές περιπτώσεις πως αυτοί είχαν γραφτεί σχεδόν μισό αιώνα πίσω. Στίχοι που θα ταίριαζαν στο σήμερα, σε αυτό το έντονο παρόν που το αίσθημα είναι βαθύ, ίσως ακραίο και σίγουρα κουβαλά πολύ πόνο.

Το 1968 τραγουδά η Μαρινέλλα «Άμα δείτε το φεγγάρι» και «Άνοιξε πέτρα» σε μουσική Μίμη Πλέσσα και στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Στίχοι με έντονο συναισθηματισμό και μια ερωτική απελπισία μέσα τους. Κομμάτια που αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από το ελληνικό κοινό εκείνης της εποχής μα και της μετέπειτα. Τραγούδια που φτάνουν στ’ αυτιά μας ως σήμερα και ακούγονται το ίδιο ένθερμα με τότε, τολμώ να πώ. Την ίδια χρονιά με τον ίδιο συνθέτη βγάζουν τα εξής τραγούδια : «Θα πιω απόψε το φεγγάρι», «Καμαρούλα», «Τι σου ‘κανα και πίνεις». Καθώς επίσης το ίδιο έτος συνεργάζεται και με τον Μάνο Λοϊζο και βγαίνουν τα τραγούδια «Δελφίνι δελφινάκι», «Το παλιό ρολόι», «Η δουλειά κάνει τους άντρες» και με τον Γιάννη Σπανό τα τραγούδια

« Γειτονάκι μου», «Πες πως μ’ αντάμωσες. Στίχοι οι περισσότεροι βαθιά ερωτικοί, που άγγιξαν την ψυχή καθενός ξεχωριστά. Με στοιχεία πολλές φορές φανταστικά καταφέρνει να ξυπνά το αίσθημα και να βρίσκει άμεση ανταπόκριση από τον ακροατή, που ταυτίζεται με την ιστορία που αφηγείται ο στίχος. Δεν παραλείπει με τους στίχους του να μιλά για τον καθημερινό μόχθο, για τις δυσκολίες της ζωής και τη δύναμη του ανθρώπου.

Το 1969 μας μιλά για «Μια Κυριακή» σε μουσική Γιάννη Σπανού, το ίδιο έτος «Ξημερώνει η Κυριακή» σε μουσική Μίμη Πλέσσα και το 1977 μας μιλά για «όλες του κόσμου οι Κυριακές» σε μουσική Χρήστου Νικολόπουλου. Τρία κομμάτια διαμάντια στην ελληνική μουσική. Τόσο διαφορετικά το ένα με το άλλο, τα οποία έχουν αφήσει το στίγμα τους μέσα στα χρόνια.

Λευτέρης Παπαδόπουλος | στίχοι

Το 1970 γράφει στίχο ποίηση, που όποτε φτάνει στ’ αυτιά μου με κάνει να ανατριχιάζω .Ο λόγος για το τραγούδι «Σεβάχ ο θαλασσινός» σε μουσική Μάνου Λοϊζου. Στίχος λυρικός, που μένει ανεξίτηλος στο διάβα των χρόνων.

Στο φιλντισένιο μου μαρκούτσι

γαλέρες έρχονται και πάνε

ρεσάλτα κάνουνε οι μούτσοι

κι οι πειρατές μεθοκοπάνε

στο καπηλειό το λιμανίσιο

Θάλασσα πικροθάλασσα

γιατί να σ’ αγαπήσω

Σαρακηνοί και Βενετσάνοι

πιάνουν και δένουν στο κατάρτι

ελόγου μου τον καπετάν Γιάννη

το παλληκάρι τον αντάρτη

τον άντρακλα τον πελαγίσιο

Θάλασσα πικροθάλασσα

γιατί να σ’ αγαπήσω

Κι εκεί στου μακελειού την άψη

δαγκώνω τα σχοινιά τα λύνω

και μα τον Άγιο Κωνσταντίνο

όλους τους ρίχνω μες στη χάψη

δεμένους με τα χέρια πίσω

Θάλασσα πικροθάλασσα

πώς να μη σ’ αγαπήσω;

Το ίδιο ακριβώς έτος γράφεται ένα ακόμα κόσμημα, σε μουσική πάλι του αξέχαστου Μάνου Λοϊζου, ντυμένο με τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα. Το κομμάτι « Έχω ένα καφενέ». Και ποιος δεν το γνωρίζει και ποιός δεν το έχει τραγουδήσει;

Έχω ένα καφενέ,

στου λιμανιού την άκρη,

τον έχτισε το δάκρυ

αυτών που μένουνε

και περιμένουνε.

Έχω ένα καφενέ,

που ακούει όλο τα ίδια,

για μπάρκα και ταξίδια,

αυτών που μένουνε

και περιμένουνε.

Έχω ένα καφενέ,

ένα παλιό ρημάδι,

αχ να ‘τανε καράβι,

γι αυτούς που μένουνε

και περιμένουνε.

Οι στίχοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον και οι επιτυχίες είναι αμέτρητες. Άλλες φορές η θλίψη είναι πρωταγωνίστρια, άλλες ο ατελέσφορος έρωτας κι άλλες η αγάπη και οι όμορφες στιγμές. Περιγράφει δηλαδή τις διάφορες εκφάνσεις του ανθρώπινου συναισθήματος.

Ο Μανώλης Μητσιάς το 1970 τραγουδούσε «Αυτά τα χέρια» σε μουσική Δήμου Μούτση. Ένα τραγούδι που έκτοτε το έχουμε ακούσει άπειρες φορές. Στίχος που μιλά αμέσως μέσα μας και μας συνεπαίρνει.

Ποια χέρια πήραν, πήραν τα κεριά

κι ήρθε ξανά, κι ήρθε ξανά το βράδυ.

Και δεν μπορεί η παρηγοριά

να μ’ εύρει στο, να μ’ εύρει στο σκοτάδι.

Αυτά τα χέρια είναι δικά σου

και τα ’χεις στείλει για να με δικάσουν.

Είναι μαχαίρια που ’χουν τ’ όνομά σου,

αυτά τα χέρια, τα χέρια τα δικά σου.

Ποια χέρια γίναν, γίνανε σπαθιά,

Χριστέ και Παναγιά μου

κι από το στήθος, στήθος μου βαθιά,

θα κόψουν την, θα κόψουν την καρδιά μου.

Λευτέρης Παπαδόπουλος | στίχοι

Ποιός είναι αυτός που δεν έχει τραγουδήσει επίσης το «Σταμάτησε του ρολογιού τους δείκτες» και το «Βρέχει φωτιά στην στράτα μου», σε μουσική Μίμη Πλέσσα(1970). Το «Δε θα ξαν’ αγαπήσω», το «Αχ χελιδόνι μου» και το «Παραμυθάκι μου» σε μουσική Μάνου Λοϊζου. (1970 και 1971).

Αγαπημένος μου στίχος απ’ τους χιλιάδες που έχει γράψει είναι αυτός που μιλά για την ξενιτιά και την απαξίωση του πλούτου, με ένα παράπονο, τόσο παραστατικά. Στίχος που όταν ακούω μια συγκίνηση με διαπερνά. Το τραγούδι είναι το «Ανεστάκι» σε μουσική Νίκου Τάτση που κυκλοφόρησε το 1977 και το πρωτοακούσαμε από την υπέροχη φωνή της Χαρούλας Αλεξίου.

Δε θέλω εγώ παινέματα

παρηγοριές και ψέματα,

δεν θέλω εγώ παινέματα

να γιατροπορευτώ.

Θέλω το γιο μου το Ανεστάκι

που ‘ναι στη ξενιτιά,

αχ το μικρό μου καπετανάκι,

που δε μου γράφει πια.

Χαρείτε τα καράβια σας,

τα πλούτη μες στα αμπάρια σας.

Χαρείτε τα καράβια σας,

δε θα τα λιμπιστώ.

Θέλω το γιο μου το Ανεστάκι

που ‘ναι στη ξενιτιά,

αχ το μικρό μου καπετανάκι,

που δε μου γράφει πια.

Όταν πια ο έρωτας και η αγάπη θεριεύει και δεν μπορεί να κρυφτεί τότε τραγουδάμε με πάθος τους στίχους του «Επειδή σ’ αγαπώ», σε μουσική Γιάννη Σπανού (1981), «Είσαι Θεός» σε μουσική Νίκου Ιγνατιάδη (1987) και «Με το στόμα γεμάτο φιλιά», σε μουσική Χρήστου Νικολόπουλου (1989).

Είναι ολοφάνερο πως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, πρωταγωνίστησε στιχουργικά για πολλές δεκαετίες στη χώρα μας και η ιστορία της Ελληνικής μουσικής τον τοποθετεί στους καλύτερους στιχουργούς.

Θα μπορούσα να πω πολλές ακόμα επιτυχίες που έχει σμιλεύσει με τα χέρια του σαν στιχουργικός γλύπτης, μα αυτές δεν θα είχαν τέλος. Ήταν ένα γρήγορο ταξίδι μέσα στον χρόνο παρέα με στίχους που τραγουδάμε και σήμερα και θα τραγουδούν πολλές ακόμα γενιές.

Δύσκολα θεωρώ θα γραφτούν ανάλογοι στίχοι στο άμεσο μέλλον και σίγουρα είναι αδύνατον να ξεχαστούν στη λήθη του χρόνου τραγούδια τόσο δυνατά, όσο μας έχει χαρίσει στιχουργικά ο «μεγάλος» Λευτέρης Παπαδόπουλος.

Υ.Γ : Κι αν «Ξένος για σένανε κι εχθρός» θα ‘μαι απο σήμερα και μπρος , «Μη μιλάς, μη γελάς κινδυνεύει η Ελλάς» (Χρήστος Νικολόπουλος 1989). Κι αν «Με σκότωσε γιατί την αγαπούσα», θα φέρω «Δώδεκα Μαντολίνα» κι ας «Γέλαγε η Μαρία» (Χρήστος Νικολόπουλος 1985) (Μίμης Πλέσσας 1969).

Βάγια Μπαλή

Κείμενο : Bάγια Μπαλή

Επιμέλεια : Δημήτρης Μίχας

Γιατί να γίνεις Μέλος | Why become our member | Join our Team

Social Media Marketing | Arts-Packages | Poets Radio