Επισημοποιούσε τον αρραβώνα της Φρόσως, ν’ ακούσουνε το χαρμόσυνο γεγονός κ’ οι άλλοι, – οι γείτονες, τα κορίτσια!

Και μόνο κοντά την αυγή έπαψε να παίζει.

Ο Μπαγλαμάς | Ράδιο Πολιτισμού

Ο Μπαγλαμάς

Από τις κορυφές του Υμηττού, γλιστρούσε απαλά το φως της Ανατολής, όταν έφυγε ο γαμπρός από το σπίτι της νύφης. Ένα αεράκι τάραζε τα κλαδιά, τα φύλλα των δέντρων, ξυπνούσε θαρρείς την κοιμισμένη Αθήνα.

Ο Μπαγλαμάς | Ράδιο Πολιτισμού

Ο Νώντας δεν άκουγε το αεράκι ούτε τα πουλιά που κελαηδούσαν. Προσπαθούσε να στηρίξει το βήμα του, να πατήσει γερά στην κατηφοριά που έπαιρνε. Κι ύστερα κοίταζε πέρα, σε κάτι σκοτάδια που δεν τα ‘διωχνε ούτε το φως.

Ο Μπαγλαμάς | Ράδιο Πολιτισμού

Συλλογίστηκε. Γάμος ίσον στεναχώριες. Και μετά μιζέριες, φτώχεια, προίκα ούτε δεκάρα, μετρητά μήτε για δείγμα! Δουλειά στην δουλειά,ένα και εξήντα ο άρτος και μουρμούρα και κλάψες… Αχ! πως ήμουν εγώ στον μπαμπά μου!

Ο Μπαγλαμάς | Ράδιο Πολιτισμού

Το αεράκι έδιωχνε απ’ το κεφάλι του Νώντα την θολούρα του κρασιού, τις μαζεμένες θολούρες. Έβλεπε καθαρά την κατάσταση. Ο γάμος αυτός δεν σύφερνε δεν έστεκε καθόλου να γίνει.

 

Πρώτα πρώτα η Φρόσω θά ‘κοβε απ’ την δουλειά, – δεν ταϊζουν οι γυναίκες τους άντρες- και τα βάρητα θα απομέναν σ’ έναν. Θα ‘ χει τότε αυτός να αντικρύσει τον Αντέμη που τραγουδώντας μετράει τους δρόμους.

 

“Μες το σκοτάδι περπατώ”

 

Μόλις έφτασε στο σπίτι του και τραβώντας μια με το πόδι άνοιξε διάπλατα την πόρτα, είπε δυνατά στον εαυτό του να τ’ ακούσει ο ίδιος.

 

Ας μάζευε τη φοράδα που είχε. Ο άντρας είναι καβαλάρης νομίζω. Ο γαμπρός άπαξ κι έκοψε ρόδα μυρωμένα εξακολουθεί να κόβει. Δεν περνούσε ούτε για τα μάτια απ’ έξω, δεν πήγαινε ούτε στην ταβέρνα όπως πρώτα.

Το τάμα που έδινε ο Σταυρής στην Φροσούλα μπήκε στην ημερήσια διάταξη. Τέτοια προσβολή τέτοια μουτζούρα και στην κατάσταση, μάλιστα που βρισκόταν το κορίτσι, δεν την ξέπλενε ούτε της Καλλιρρόης το ρέμα, ποτάμι θάλασσα ωκεανός. Κι άρχισε να τα βλέπει όλα σκοτεινά γύρω του.

Ο Μπαγλαμάς | Ράδιο Πολιτισμού

Έσφιγγε με μανία την κάννη στα χέρια του, χαϊδεύοντας το φιλντισένιο μανίκι της και το βράδυ έβγαινε βόλτα για να συναντήσει τον Νώντα.

Ε! ρε, και που θα μου πάει, μουρμούριζε. Τα ρουθούνια του άνοιγαν να μυρίσουν αίμα. Θα κριμάτιζε, μονάχα έτσι θα σήκωνε ψηλά το κεφάλι, θα ξανάπαιρνε το μπαγλαμαδάκι του να τραγουδήσει χαρούμενος σαν τότε.

 

Ένα μήνα τον καραδοκούσε ώσπου τον πετυχαίνει πίσω στο δρόμο των λοφων, εκεί που βγαίνει για το νεκροταφείο το πρώτο.

 

Δεν του είπε λέξη. Δεν του θύμισε ούτε για το κρασί που ήπιαν στάλα – στάλα, δάκρυ – δάκρυ που όταν πέφτει, είναι δείγμα φιλίας, ούτε για την “τόκα” που είχανε κάνει.

 

Μόλις πλησίασε ο Νώντας του ρίχτηκε αμέσως, να μην του δώσει αέρα, ευρυχωρία στα χέρια. Και τον άρχισε στις απανωτές με το μαχαίρι. Ο Νώντας πρόφτασε να πει – Μ’ έφαγες Τούρκο και σωριάστηκε κάτω.

 

Ο Σταυρής του άδειασε και τους δύο γεμιστήρες στην καρδιά και κλωτσώντας τον με το δεξί του πόδι μουρμούρισε Να σε φάνε τα κοράκια ψοφίμι.

 

Την άλλη μέρα πρωί πρωί, έτσι καθώς γλιστρούσε το φως και φυσούσε δροσερό αεράκι τον πιάσανε. Δεν έφερε αντίσταση. Το πρόσωπό του γελούσε Περί μία τιμή τον πηγαίναν στο τμήμα περί μία τιμή είχε πράξει φόνο. Δεν μετάνοιωσε ποτέ του για αυτό.

 

“Ρε Νώντα ρε μπαμπέση βάλε στραβά το φέσι” τραγουδούσε ειρωνικά μέσα στην φυλακή παίζοντας το μπαγλαμαδάκι, καρτερώντας την ώρα της δίκης.

 

”Πάνος Ταγκόπουλος”

Elvira Bura Lavou

 

Γιατί να γίνεις Μέλος | Why become our member | Join our Team 

Δύο Tρόποι για να γίνετε Mέλος στην Oμάδα του Poets-Radio